ηρέμηση

ηρέμηση
[-ις (-εως)] η
1) восстановление спокойствия, тишины; 2) душевное равновесие, спокойствие

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "ηρέμηση" в других словарях:

  • ηρέμηση — η 1. αποκατάσταση της ηρεμίας. 2. γαλήνεμα, καθησύχαση: Ηρέμηση των παθών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ηρέμηση — η (Α ἠρέμησις, δωρ. τ. ἀρέμησις) [ηρεμώ] 1. ησυχία, ακινησία, ηρεμία («ἡ γὰρ ἠρέμησις στέρησις τῆς κινήσεως», Αριστοτ.) 2. μτφ. καταπράυνση, καθησύχαση …   Dictionary of Greek

  • ἠρεμήσῃ — ἠρεμήσηι , ἠρέμησις rest fem dat sg (epic) ἠρεμέω to be still aor subj mid 2nd sg ἠρεμέω to be still aor subj act 3rd sg ἠρεμέω to be still fut ind mid 2nd sg ἠρεμέω to be still futperf ind mp 2nd sg ἠρεμέω to be still futperf ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενηρέμησις — ἐνηρέμησις, η (Α) [ενηρεμώ] 1. ηρέμηση, ησυχία, ακινησία, ανάπαυλα σε κάτι 2. μουσ. η στάση τού μουσικού τόνου σε κάποιο ύψος …   Dictionary of Greek

  • επίστασις — ἐπίστασις, ἡ (Α) [στάσις] 1. έμφραξη, επίσχεση («ἐπίστασις κοιλίης, οὔρου, αἵματος») 2. βία, ορμή 3. στάση, στάθμευση («τοσοῡτον ἦν ἀνάγκη χρόνον δι’ ὅλου τοῡ στρατεύματος γίγνεσθαι τήν ἐπίστασιν», Ξεν.) 3. ηρέμηση και αυτοσυγκέντρωση («ἡ νόησις… …   Dictionary of Greek

  • κατάπαυση — ἡ (AM κατάπαυσις) [καταπαύω] 1. τέλεια παύση, σταμάτημα, λήξη, τελειωμός, οριστικός τερματισμός («κατάπαυση εχθροπραξιών») μσν. αρχ. 1. καθησυχασμός, ηρέμηση, γαλήνευση, ησυχία, ανάπαυση 2. τόπος αναπαύσεως και ησυχίας, ησυχαστήριο 3. ο τόπος τής …   Dictionary of Greek

  • κατάσταση — (Φυσ.). Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται στη γενική τους μορφή τα διάφορα σώματα και εξαρτάται έως έναν βαθμό από τις δυνάμεις συνοχής των μορίων τους. Η ύλη γενικά παρουσιάζεται στη φύση σε στερεά, σε υγρή και σε αέρια μορφή. Η στερεά μορφή… …   Dictionary of Greek

  • κατευνασμός — ο (Α κατευνασμός) [κατευνάζω] νεοελλ. καθησύχαση, καταπράυνση, ηρέμηση, μαλάκωμα («ο κατευνασμός τής διχόνοιας») αρχ. το να οδηγεί κάποιος κάποιον στην κλίνη για να κοιμηθεί, το κοίμισμα …   Dictionary of Greek

  • κατακάθισμα — το 1.καθίζηση, υποχώρηση, βούλιαγμα. 2. κατακάθι (βλ. λ.). 3. μτφ., ηρέμηση, καλμάρισμα, κατευνασμός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»